Tι θα ήθελα από τη νέα κυβέρνηση για τα Δημόσια Δεδομένα
Η εκλογή της νέας κυβέρνησης έχει φέρει κάποια χαμόγελα αισιοδοξίας σε όσους προσβλέπουν στην έναρξη μιας προσπάθειας δημοσίευσης των δεδομένων του Δημοσίου, ώστε να αρχίσουν να γίνονται ορατά όλα τα οφέλη για τα οποία μιλάμε εδώ και καιρό σε επίπεδο διαφάνειας αλλά και ανάπτυξης.
Ο Γιώργος Παπανδρέου έχει ταχθεί εδώ και καιρό υπέρ της διαφάνειας και της δημοσίευσης δημόσιων δεδομένων στο Διαδίκτυο. Στη μοναδική ευκαιρία που είχα να του κάνω κάποια ερώτηση, ήταν στη συνέντευξη που οργάνωσε το TVXS με bloggers, οπότε και πήρα την ευκαιρία να τον ρωτήσω για αυτό ακριβώς το θέμα.
Με αφορμή και την απάντηση του Παπανδρέου, θα ήθελα εδώ να μιλήσω για το γενικό πλαίσιο και τη βασική φιλοσοφία που θα πρέπει να έχουν κατά τη γνώμη μου οι κυβερνητικές ενέργειες στην κατεύθυνση της διαφάνειας μέσω της δημοσίευσης των δεδομένων του Δημοσίου στο Διαδίκτυο.
Θα πρέπει πρώτα να κάνω ένα διαχωρισμό στις 2 βασικές επιλογές τις οποίες θα μπορούσε να κάνει μια κυβέρνηση σε αυτή την κατεύθυνση. Η μία επιλογή είναι το να παρέχει η ίδια κυβέρνηση (οι φορείς της για την ακρίβεια) υπηρεσίες πληροφόρησης απευθείας προς τους πολίτες, οι οποίες χρησιμοποιούν τα δημόσια δεδομένα. Μπορεί δηλαδή το υπουργείο Παιδείας να δημοσιεύσει ένα διαδραστικό χάρτη στον οποίο θα φαίνονται τα σημεία στα οποία βρίσκονται τα Δημοτικά σχολεία, τα Γυμνάσια, τα Λύκεια, κ.ο.κ. Αυτή είναι μια απευθείας υπηρεσία πληροφόρησης του Δημόσιου.
Η δεύτερη επιλογή είναι το Δημόσιο να δημοσιοποιεί στο Internet απλά πρωτογενή δεδομένα (raw data) τα οποία για ένα πολίτη στο Διαδίκτυο δεν έχουν πολύ μεγάλη χρησιμότητα (καθώς η εμφάνιση τους δεν είναι φιλική στον απλό χρήστη), αλλά είναι πολύ χρήσιμα σε προγραμματιστές και μικρούς επιχειρηματίες οι οποίοι μπορούν να πάρουν αυτά τα δεδομένα (τα λεγόμενα και machine readable data) και να δημιουργήσουν οι ίδιοι υπηρεσίες με βάση αυτες τις πληροφορίες. Στην περίπτωση του παραπάνω παραδείγματος, το υπουργείο Παιδείας θα δημοσιοποιήσει μια βάση δεδομένων με όλα τα στοιχεία των σχολείων (όνομα, γεωγραφικές συντεταγμένες, καθηγητικό προσωπικό, πρόγραμμα, και ό,τι άλλο) και προγραμματιστές από όλη την Ελλάδα θα μπορούν να δημιουργήσουν τον παραπάνω χάρτη.
Η δεύτερη επιλογή έχει πάρα πολλά και προφανή πλεονεκτήματα.
Το πρώτο πλεονέκτημα είναι ότι ο Δημόσιος τομέας δεν επιφορτίζεται με το καθήκον να φανταστεί τι είδους υπηρεσίες μπορεί να είναι χρήσιμες για τον Έλληνα πολίτη με βάση αυτά τα δεδομένα. Έτσι κι αλλιώς δεν φημίζεται για την καινοτομία και την ευρηματικότητα του, αλλά σε αυτή την περίπτωση αυτό δεν θα έπρεπε να είναι καν η δουλειά του. Ο κάθε Δημόσιος φορέας στα πλαίσια της υπηρεσίας του παράγει μια πληροφορία, και θα είναι εύκολο (ως μέρος της καθημερινότητας του) να δημοσιεύσει αυτή την πληροφορία ως …απλή πληροφορία, και όχι ενταγμένη σε ένα πλούσιο διαδικτυακό περιβάλον.
Οι πολίτες μετά μπορούν να πάρουν αυτή την πληροφορία και, όχι μόνο να τη δημοσιοποιήσουν με ένα φιλικό στο χρήστη τρόπο (π.χ. ένα εύληπτο χάρτη) αλλά και να την “μιξάρουν” με πληροφορίες από άλλους Δημόσιους φορείς. Πολύ εύκολα δηλαδή μπορεί κάποιος να δημιουργήσει το χάρτη μιας περιοχής, για τον οποίο παίρνει δεδομένα από 2 ή 3 διαφορετικά Υπουργεία, και στον οποίο κάποιος μπορεί να δει π.χ. τα σχολεία της περιοχής (υπ. Παιδείας), τα σημεία στα οποία έγιναν εγκληματικές ενέργειες (υπ. Προστασίας του Πολίτη) και τα σημεία στα οποία έγιναν σεισμοί τα τελευταία 30 χρόνια (σεισμολογικό ινστιτούτο). Αυτό δεν είναι κάτι που μπορούμε να περιμένουμε από ένα Δημόσιο φορέα.
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι οι Δημόσιοι φορείς δεν πρέπει να παρέχουν υπηρεσίες Διαδικτυακής πληροφόρησης απευθείας προς τους πολίτες. Θα είναι πολύ χρήσιμο πιθανότατα να γίνει και αυτό. Αρκεί να μην δουν τις αντίστοιχες προσπάθειες που θα προέρχονται από πολίτες ως ανταγωνιστικές, με αποτέλεσμα πολλές φορές να γίνουν φειδωλές στην ελεύθερη δημοσίευση των δεδομένων τους. Κάθε υπηρεσία που δημιουργούν οι πολίτες πρέπει να θεωρείται ως ένα ευπρόσδεκτο συμπλήρωμα στην όποια αντίστοιχη προσπάθεια των Δημοσίων φορέων.
Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι ότι μια τέτοια διαδικασία (δημοσίευσης πρωτογενών δεδομένων) μπορεί πολύ πιο εύκολα να ενταχθεί στην καθημερινή ροή δουλειάς των δημόσιων υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό, και με τη σταδιακή επέκταση αυτής της λειτουργίας σε όλο τα φάσμα του Δημοσίου, το κράτος σιγά – σιγά μετατρέπεται σε μια πλατφόρμα διαφάνειας και επιχειρηματικότητας. Δίνει κίνητρα σε πολίτες και μικρούς επιχειρηματίες να δημιουργήσουν υπηρεσίες χρήσιμες στον πολίτη, και να ανοίξουν θέσεις εργασίας που δεν μπορούσαν να υπάρξουν πριν. Δίνει τη δυνατότητα σε κόμματα, κινήσεις πολιτών και ακτιβιστές να βρουν δικές τους χρήσεις διαφάνειας και διαλόγου με αυτά τα δεδομένα.
Το τρίτο προφανές πλεονέκτημα είναι ότι με μια τέτοια στρατηγική υλοποιούμε και ερχόμαστε σε πλήρη ευθυγράμμιση με την κοινοτική οδηγία 2003/98/ΕΚ η οποία από το 2003 κιόλας προτρέπει όλες τις κυβερνήσεις να κάνουν ακριβώς αυτό: να γίνουν πλατφόρμες διαφάνειας και επιχειρηματικότητας προσφέροντας πρωτογενή δεδομένα του δημοσίου ελεύθερα στο Διαδίκτυο. Την οδηγία την έχουμε κυρώσει με νόμο από το 2006 ήδη, αλλά ποτέ δεν την εφαρμόσαμε. Μπορούμε να γίνουμε γρήγορα παράδειγμα προς μίμηση στην Ευρώπη (για πρώτη ίσως φορά) καθώς δεν είναι πολλές οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που έχουν κάνει σοβαρά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση (με την εξαίρεση ίσως της Βρετανίας).
Όπως φαίνεται και στο ερώτημα που έκανα στον Γ. Παπανδρέου, αλλά είναι και προφανές από τα παραπάνω, η υλοποίηση ενός τέτοιου στόχου εξαρτάται άμεσα με την αποδοχή της από τα μεσαία και ανώτερα στελέχη όλων των Δημόσιων φορέων και όχι τόσο πολύ από την πολιτική βούληση ενός υπουργού. Πιστεύω ότι θα είναι πολύ χρήσιμη η δημιουργία μιας ανεξάρτητης αρχής η οποία θα μπορέσει να σπρώξει προς αυτή την κατεύθυνση η οποία είναι κρίσιμης σημασίας για τη Δημοκρατία μας.
Ένας Επίτροπος Δημόσιων Δεδομένων θα μπορούσε να έχει διπλό ρόλο στο να ξεπεραστούν οι αγκυλώσεις του Δημόσιου τομέα. Οπλισμένος με τεχνικά εφόδια (ένα συμβουλευτικό σώμα), ένα νομικό πλαίσιο που τον καλύπτει, αλλά και την απαραίτητη στήριξη από την κυβέρνηση, θα μπορούσε αφενός να βοηθήσει (όπου χρειάζεται) τους επιμέρους κρατικούς φορείς (υπουργεία, οργανισμούς) να δημιουργήσουν τις τεχνικές υποδομές που απαιτούνται για την επίτευξη του στόχου, και από την άλλη να πιέζει τους ίδιους φορείς να προχωρήσουν όπου παρατηρούνται καθυστερήσεις και δυσλειτουργίες. Ο Επίτροπος Δημόσιων Δεδομένων θα εκδίδει τακτικές (π.χ. τριμηνιαίες) δημόσιες αναφορές για την πορεία υλοποίησης των στόχων διαφάνειας που έχει θέσει, ενώ θα μπορούσε να ενθαρρύνει τους πολίτες στη δημιουργία υπηρεσιών βασισμένων στα Δημόσια Δεδομένα, συμμετέχοντας σε συνέδρια, ημερίδες, ή διαγωνισμούς όπως συμβαίνει σε πολλές χώρες του κόσμου.
Σε όλο το Δυτικό κόσμο η αξιοποίηση από τις κοινωνίες των πληροφοριών του Δημόσιου τομέα είναι από τις μεγάλες προκλήσεις της νέας δεκαετίας, και με τα σωστά βήματα έχουμε την ευκαιρία να μπούμε σε αυτή την προσπάθεια σαν ισότιμοι συνομιλητές με τα πιο προηγμένα κράτη, κάτι που δεν μας συμβαίνει και τόσο συχνά.
Ας ελπίσουμε ότι θα συμβεί…

