Διαβάστε στο nylon.gr την αναφορά που έκανε η βουλευτής Άννα Διαμαντοπούλου για το 4Δ, σε παρουσίαση βιβλίου για τη διαφάνεια στον Ιανό. Περιέχονται εκεί και τα σχόλια μου, καθώς μια πρόταση προς τη βουλευτή, αλλά και όλους τους υπόλοιπους.
Την περασμένη Πέμπτη με κάλεσε ο δημοσιογράφος Γιάννης Ανδριτσόπουλος για μια συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό ALPHA 98,9 σχετικά με την καμπάνια 4Δ. Μου έδωσε αρκετό χρόνο να αναπτύξω τις βασικότερες πλευρές της ιδέας, και θέλω να τον ευχαριστήσω πολύ γιαυτό. Μπορείτε να την ακούσετε παραπάνω και να δώσετε τη δική σας εικόνα.
Λάβαμε σήμερα στο e-mail της καμπάνιας μια επιστολή από την κ. Κατερίνα Παπακώστα βουλευτή Β’ Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας. Η επιστολή αναφέρεται στην κίνηση “Δημόσια Δεδομένα, Δικά μας Δεδομένα” και στο κυβερνητικό έργο που έχει γίνει μέχρι τώρα στην κατεύθυνση αυτή.
Ακοουθεί η επιστολή (χρησιμοποιήστε τα εργαλεία πάνω από την επιστολή για να τη δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος ή σ full screen). Στο τέλος οι δικές μου παρατηρήσεις.
Το πρώτο που έχω να παρατηρήσω είναι ότι είναι εξαιρετικά θετικό το γεγονός πως απάντησε μία βουλευτής σε μια κίνηση πολιτών παρουσιάζοντας τη δική της άποψη. Ταυτόχρονα υποστηρίζει θερμά την ιδέα της καμπάνιας – θετικό κι αυτό.
Υπάρχει όμως ένα θέμα κατανόησης των πραγματικών στόχων αυτής της κίνησης, κάτι που δείχνει ότι μάλλον εμείς έχουμε κάνει λάθος και δεν έχουμε καταφέρει να επικοινωνήσουμε σωστά αυτό που ζητάμε. Η κ. Παπακώστα αναφέρει ότι η Κοινοτική οδηγία έχει ήδη ενσωματωθεί στο Εληνικό Δίκαιο, κάτι που μας είναι γνωστό και το έχουμε αναφέρει.
Αυτό που εμείς ως πολίτες ζητάμε είναι ακριβώς η εφαρμογή του νόμου (3448/ 2006) που επικυρώνει την Κοινοτική οδηγία. Έχουμε δηλαδή εδώ και 2 χρόνια ένα νόμο ο οποίος δεν εφαρμόζεται. Και αυτό γιατί δεν υπάρχουν σήμερα Δημόσια Δεδομένα που να διατίθενται με όρους περαιτέρω χρήσης από τους πολίτες, ακριβώς όπως επιτάσσει η Κοινοτική Οδηγία και ο αντίστοιχος Ελληνικός νόμος.
Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που αναφέρει η βουλευτής είναι έξω από τους στόχους της κίνησης 4Δ, και γιαυτό το λόγο δεν θέλουμε να κρίνουμε ή να κάνουμε διάλογο πάνω σε αυτές. Το μόνο που ζητάμε είναι άμεσα μέτρα που θα δώσουν τη δυνατότητα στους πολίτες να έχουν άμεση πρόσβαση σε όλα τα δημόσια δεδομένα με όρους περαιτέρω χρήσης. Και αυτός θα είναι ένας κρίσιμος παράγοντας για να ξεφύγει επιτέλους η Ελλάδα από τον πάτο της λίστας που εξέδωσε πρόσφατα η Διεθνής Διαφάνεια.
Στο χθεσινό άρθρο του στην εφημερίδα Καθημερινή ο Πάσχος Μανδραβέλης κάνει αναφορά στην κίνηση πολιτών 4Δ με αφορμή τα πρόσφατα σκάνδαλα της Μονής Βατοπεδίου. Κάνει την -προφανή σε όλους- υπόθεση ότι σε μια Δημοκρατία στην οποία οι πληροφορίες είναι δημοσιευμένες και διαθέσιμες στους πολίτες, οι δυνατότητες να γίνουν τέτοια σκάνδαλα είναι σαφώς μικρότερες.
Tο χειρότερο στην υπόθεση του Βατοπεδίου είναι ότι ακόμη δεν γνωρίζουμε το βάθος του σκανδάλου. Ουδείς μας έχει ενημερώσει επίσημα τι ανταλλάχθηκε, και με ποιους όρους. Αποτέλεσμα; Το σκάνδαλο συνεχίζεται και μετά την αποκάλυψή του. Το Σάββατο η «Καθημερινή» αποκάλυψε ότι δύο μέρες πριν από τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη (την Τρίτη 2/9/2008) και ενώ ο κ. Βουλγαράκης βρισκόταν στη δίνη των αποκαλύψεων, η σύζυγός του κ. Αικατερίνη Πελέκη έσπευδε να καταθέσει προς μεταγραφή στο υποθηκοφυλακείο Μαραθώνος το επίμαχο συμβόλαιο για μεταβίβαση χιλιάδων στρεμμάτων από το Δημόσιο στη Μονή Βατοπεδίου, στη θέση Γραμματικό της Αττικής.
Σε μια προηγμένη Δημοκρατία οι εκτάσεις που διαχειρίζεται η ΚΕΔ και οι μεταβολές των θα έπρεπε να βρίσκονται στο Διαδίκτυο, ώστε κάθε πολίτης να ελέγχει ιδίοις όμμασι τι γίνεται με την περιουσία του. Αυτό ας το ξεχάσουμε, διότι ακόμη και τα «πόθεν έσχες» των βουλευτών είναι καταχωνιασμένα σε χαρτόκουτα.
Σε μια λειτουργική Πολιτεία, μόλις ξεκινούσαν τα δημοσιεύματα και τα ερωτήματα για την υπόθεση η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου θα ανακοίνωνε με ένα δελτίο Τύπου ότι «προς αποφυγή παρεξηγήσεων και γνώση του ελληνικού λαού δημοσιοποιούμε τον κατάλογο των κτημάτων που ανταλλάχθηκαν, ώστε να μην κουράζονται και οι δημοσιογράφοι να τα ψάχνουν από υποθηκοφυλακείο σε υποθηκοφυλακείο». Αυτό, ας υποθέσουμε ότι δεν το σκέφτηκαν.
Σε μια ευνομούμενη Πολιτεία η κυβέρνηση τουλάχιστον θα απαντούσε στις ερωτήσεις βουλευτών της αντιπολίτευσης. Από τις 9/7/2008 κάποιοι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ έκαναν αίτηση στον υπουργό Οικονομίας για κατάθεση εγγράφων στη Βουλή που αφορούν τις ανταλλαγές των κτημάτων της Μονής Βατοπεδίου. Δύο μήνες και κατά παράβαση του κανονισμού της Βουλής ο κ. Αλογοσκούφης δεν απάντησε. Με νέα ερώτησή τους (15/9/2008) οι βουλευτές αποκαλύπτουν έγγραφο της ΚΕΔ με το οποίο αποκαλύπτεται ότι τα στοιχεία εστάλησαν από τις 25/7/2008 στο γραφείο του υπουργού και αυτά ουδέποτε κατατέθηκαν στη Βουλή.
Το συμβάν αυτό αποτελεί μια ακόμη θεσμική στρέβλωση στις οποίες δεν δίνουμε μεγάλη σημασία. Αποδεικνύεται ότι χειρότερο από το σκάνδαλο του Βατοπεδίου είναι παραβίαση των πολιτειακών κανόνων, αυτών που αποτελούσαν τα δημοκρατικά αυτονόητα – όπως να δημοσιοποιούνται οι υπουργικές αποφάσεις στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και να κατατίθενται τα έγγραφα στη Βουλή και στον ελληνικό λαό ώστε να γίνεται απρόσκοπτα ο δημοκρατικός έλεγχος. Υπάρχει μια πρωτοβουλία πολιτών με τίτλο «Δημόσια Δεδομένα, τα Δικά μας Δεδομένα». Ζητούν να θεσπιστούν εκείνα τα μέτρα που θα επιτρέπουν την απρόσκοπτη των πολιτών σε έγγραφα και αποφάσεις του κράτους, τη δημοσιοποίησή τους στο Διαδίκτυο, την ψήφιση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2003/98/EC που επιβάλλει στα κράτη-μέλη την ελεύθερη χρήση από τους πολίτες των δημόσιων δεδομένων.
Φοβόμαστε πια, ότι αυτά αποτελούν ουτοπικό στόχο, διότι τα προηγούμενα κεκτημένα είναι πλέον ζητούμενα. Δηλαδή καλό είναι να έχουν οι πολίτες πρόσβαση στα δημόσια δεδομένα, αλλά πρέπει πλέον να εξασφαλίσουμε ότι τουλάχιστον οι βουλευτές θα έχουν πρόσβαση σ’ αυτά τα δεδομένα. Ή έστω ότι θα υπάρχουν αυτά τα δεδομένα, ότι δηλαδή ότι οι υπουργοί θα δημοσιοποιούν τις αποφάσεις τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της οργάνωσης Διεθνής Διαφάνεια, η Ελλάδα έλαβε φέτος βαθμό 4,7 (4,6 πέρσι), και πάλι κάτω από τη “βάση” που είναι το 5 (άριστα το 10). Πως διαμορφώνεται αυτός ο δείκτης? Σύμφωνα με το δημοσίευμα
Ο Δείκτης Αντίληψης της Διαφθοράς βασίζεται σε έρευνες αναγνωρισμένων ιδιωτικών και διεθνών οργανισμών που διερευνούν την εκτίμηση που έχουν επιχειρηματίες, ακαδημαϊκοί και αναλυτές οικονομικών κινδύνων για τις χώρες στις οποίες δραστηροποιούνται.
Υπάρχει όμως ένα σημείο στην παρουσίαση της έρευνας που έκαναν οι κ. Μπακούρης και Συγγρός που εντυπωσιάζει. Είναι το στοιχείο της άμεσης σύνδεσης της διαφάνειας με την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Όπως ανέφεραν
εάν η Ελλάδα ανέβει στη βαθμολογία από το 4,7 στο 5,7 (και μειωθεί η αντίληψη διαφθοράς κατά ένα βαθμό) τότε θα υπάρξει αύξηση εισροής κεφαλαίων ύψους 1,2 δισ. ευρώ και τα εισοδήματα των πολιτών θα αυξηθούν κατά 4%.
Αξίζει να σημειωθεί και η εντυπωσιακή πρόοδος της Τουρκίας που από το 3,1 που ήταν πέρσι φέτο βαθμολογήθηκε με 4,6 και είναι στο όριο να μας περάσει.
Τρέμω να σκεφτώ τι λαγούς για τον ΟΣΕ αλλά και συνολικά για το ασφαλιστικό μας σύστημα, θα μας επέτρεπε να βγάλουμε η πρόσβαση σε ανάλογα δεδομένα.
ΥΓ: Για την ιστορία, στα Υπουργεία Μεταφορών και Υγείας & Κοινωνικής αλληλεγγύης, υπάρχουν αντίστοιχα το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών (Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε.) και το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.). Η δημόσια διαθέσιμη πληροφορία σε ότι αφορά το έργο τους είναι στην περίπτωση του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. δύο ετήσιες εκθέσεις σε pdf (2004 και 2006 – για να βρείτε την του 2006 χρειάζεται ένα τρικ πλοήγησης), ενώ για τον Σ.Ε.Υ.Υ.Π. το site του υπουργείου κάνει αναφορά σε “δύο ετήσιες Εκθέσεις Πεπραγμένων” χωρίς προσδιορίζεται ποιων ετών είναι και χωρίς να διατίθενται ηλεκτρονικά.
Στο σημερινό του άρθρο στην Καθημερινή, ο Πάσχος Μανδραβέλης δίνει μια ενδιαφέρουσα διάσταση στην ιδέα των Δημόσιων Δεδομένων. Με αφορμή την υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου αναφέρει δηλώσεις των (τέως και νυν) υπουργών Ρουσόπουλου και Τσιτουρίδη.
«Η σιωπή μου για το θέμα αυτό να μην ερμηνεύεται ως αδυναμία από κάποιους», είπε ο κ. Τσιτουρίδης. «Θα συμφωνήσω με αυτό που είπε ο κ. Ρουσόπουλος. Είναι αντιδεοντολογικό στον δημόσιο λόγο ο ένας υπουργός να λέει τις συνομιλίες του με άλλους σε ό,τι αφορά τα καθήκοντά του. Το εννοώ και καλώ όλους να το τηρούν».
Ο Π. Μανδραβέλης διερωτάται αν οι συνομιλίες μεταξύ δύο υπουργών, όταν αφορούν υπηρεσιακά τους θέματα μπορούν και πρέπει να μένουν κρυφές από το κοινό. Μπορούν να παρουσιάζονται ως “ιδιωτικές συνομιλίες”?
… Αν όμως οι συνομιλίες αφορούν τα υπουργικά καθήκοντα -όπως διευκρίνισε ο κ. Τσιτουρίδης- πόθεν προκύπτει το μη δέον; Το τι κάνουν και το τι λένε οι υπουργοί (σχετικά με τα καθήκοντά τους) είναι δημόσια περιουσία, πρέπει να δημοσιοποιούνται ώστε να ελέγχονται. Αν, επί παραδείγματι, ο κ. Τσιτουρίδης είπε σε κάποιον υφυπουργό του «να βοηθήσει τη Μονή Βατοπεδίου στην εκτίμηση των χωραφιών της λίμνης Βιστωνίδας» κι αυτό οδήγησε σ’ αυτές τις υπερεκτιμήσεις της αξίας τους, αυτό είναι ιδιωτική υπόθεση που πρέπει να μείνει κρυφή; Τι καινοφανείς και περίεργες λογικές είναι αυτές; Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ακόμη βγαίνουν βιβλία με το τι διημείφθη στον Λευκό Οίκο μεταξύ των επιτελών μετά την 11η Σεπτεμβρίου, εδώ θα θεωρήσουμε «αντιδεοντολογικό» να μάθουμε πώς ασκούν τα καθήκοντά τους οι υπουργοί;
Μέσω του blog Ηλιοτρόπιο, ανακάλυψα ότι μόλις πέρσι ο υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης & Αποκέντρωσης Προκόπης Παυλόπουλος είχε γράψει τον πρόλογο στο βιβλίοείχε γράψει βιβλίο του Βασίλη Σωτηρόπουλου (aka: elawyer) σχετικά με την Κοινοτική Οδηγία 2003/98/ΕΚ, την εφαρμογή της οποίας ζητούμε και με την καμπάνια “Δημόσια Δεδομένα, Δικά μας Δεδομένα”.
Αυτό σημαίνει ότι ο πλέον αρμόδιος για το θέμα υπουργός γνωρίζει άριστα το θέμα, καθώς και τις θετικές επιδράσεις που μπορεί να έχει στην Ελληνική κοινωνία. Το θέμα είναι ότι δεν δείχνει να αναγνωρίζει πως η Κοινοτική Οδηγία δεν υλοποιείται με τη νομική επικύρωσή της. Το γράμμα και το πνεύμα της εξυπηρετούνται αποκλειστικά και μόνο μέσα από τις τεχνικές εκείνες υλοποιήσεις (σε κάθε υπουργείο και δημόσιο φορέα ξεχωριστά) που θα επιτρέψουν στη Δημόσια πληροφορία να βγει ανεμπόδιστα στο Διαδίκτυο.
Το άνοιγμα των Δημόσιων Δεδομένων δεν είναι θέμα νομικής κατοχύρωσης, αλλά θέμα πολιτικής βούλησης και πρακτικής εφαρμογής.
Λάβαμε επιστολή της βουλευτού Άννας Διαμαντοπούλου με την οποία δηλώνει τη στήριξή της στην καμπάνια των πολιτών για τα Δημόσια Δεδομένα. Το κείμενο της επιστολής της παρακάτω:
Αγαπητοί φίλοι,
Οι πρωτοβουλίες σας για τα 4 Δ, δίνει μια νότα αισιοδοξίας και ελπίδας για μια κοινωνία που αποδεικνύει πως έχει ενεργές και πρωτοπόρες δυνάμεις.
Η ανάγκη οργάνωσης, καταχώρησης και πρόσβασης στα δημόσια δεδομένα είναι ένα από τα στοιχεία που μπορούν να αλλάξουν τη λειτουργία του κράτους, αλλά και να επιδράσουν καταλυτικά στο πολιτικό σύστημα και την οικονομία. Η οδηγία 2003/98/EC στην οποία και αναφέρεστε, είναι ένα σημαντικό βήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ωθεί τα κράτη μέλη προς την κατεύθυνση αυτή.
Η ενσωμάτωση της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο της κάθε χώρας είναι υποχρέωση και όχι επιλογή. Η εφαρμογή όμως της οδηγίας από μία κυβέρνηση προϋποθέτει ιδεολογική τοποθέτηση στο ζήτημα της ισότητας στη πρόσβαση, γνώση του διεθνούς περιβάλλοντος, πολιτική βούληση για προτεραιότητες αυτού του είδους και, βεβαίως, κατάλληλες υποδομές και προεργασία.
Στο βιβλίο μου «Έξυπνη Ελλάδα» θέτω κατ’ εξοχήν αυτού του είδους την απαραίτητη προεργασία και τις αναγκαίες υποδομές ως προτεραιότητα του αναπτυξιακού μοντέλου.
Θέλω με την ευκαιρία της υπογραφής μου στη καμπάνια σας, να σας ενημερώσω για ορισμένες από τις δεσμεύσεις του ΠΑΣΟΚ που παρουσιάστηκαν στο πρόγραμμά του. Οι θέσεις αυτές είναι αποτέλεσμα συλλογής ευρωπαϊκών εμπειριών, διαβούλευσης με συγκεκριμένες ομάδες και κυρίως της πολιτικής επιλογής για ηλεκτρονική διακυβέρνηση, διαφάνεια, συμμετοχή παντού και πρόσβαση σε κάθε είδους περιεχόμενο στο Δημόσιο Τομέα.
Χαίρομαι που ενεργοί πολίτες, αυτόνομα και αυθόρμητα, θέτουν στη δημόσια ατζέντα ένα θέμα τόσο σημαντικό. Βρίσκουμε την αισιοδοξία που μας λείπει, όταν οι πολίτες – πότε μπροστά, πότε μαζί και πότε πίσω από τους πολιτικούς – παράγουν πραγματική πολιτική αυτή που έχει ανάγκη ο τόπος.
Όπως θα δείτε και στα σχετκά links, η απάντηση που παίρνουν είναι αρχικά “πάρτε μας τηλέφωνο” (σε μια προφανή προσπάθεια να μην υπάρχει καταγεγραμένη γραπτή απάντηση), και στη συνέχεια, μετά από πολλές μέρες λαμβάνουν την απάντηση ότι
Τα στοιχεία αυτά ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ να δοθούν στους πολίτες, ΜΟΝΟ στους διαπιστευμένους κοινοβουλευτικούς συντάκτες!
Κατ’ αρχήν μια επίσημη απάντηση της Βουλής των Ελλήνων θα περίμενα να αναφέρει και τον ακριβή νόμο ο οποίος απαγορεύει κάτι τέτοιο. Αλλά για ποιό λόγο θα μπορούσε να το απαγορεύει? Αν το δίνουν στους διαπιστευμένους κοινοβουλευτικούς συντάκτες, αυτό είναι γιατί αυτοί θεωρούνται διαμεσολαβητές στην ενημέρωση του πολίτη. Άρα ο τελικός στόχος είναι αυτή η ενημέρωση να φτάσει στον πολίτη και όχι να μείνει στα χέρια του Κοινοβουλευτικού συντάκτη.
Από τη στιγμή που η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα χωρίς ιδιαίτερο κόπο / κόστος να υπάρχει τέτοια πληροφόρηση, ποιός και γιατί αρνείται να την παρέχει στους πολίτες? Πολύ περισσότερο, γιατί δεν αναρτάται αυτή η πληροφορία στην ιστοσελίδα της Βουλής να υπάρχει μόνιμα?
Είναι πολύ περίεργη η εμμονή στο να μην δώσουν ένα τόσο απλό στοιχείο. Για το λόγο αυτό πιστεύω ότι αξίζει να συνεχίσομε την πίεση στέλνοντας όλοι emails ζητώντας ακριβώς το ίδιο πράγμα: άμεση πρόσβαση στις δηλώσεις “Πόθεν Έσχες” όλων των βουλευτών για τα τελευταία 5 χρόνια